'μμένων

ἀμμένων , ἀναμένω
wait for
pres part act masc nom sg
ἐμμένων , ἐμμένω
abide in
pres part act masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διερριμμένων — διερρῑμμένων , διαρρίπτω shoot through perf part mp fem gen pl διερρῑμμένων , διαρρίπτω shoot through perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατατετριμμένων — κατατετρῑμμένων , κατατρίβω rub down perf part mp fem gen pl κατατετρῑμμένων , κατατρίβω rub down perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατερριμμένων — κατερρῑμμένων , καταρρίπτω throw down perf part mp fem gen pl κατερρῑμμένων , καταρρίπτω throw down perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατεστυμμένων — κατεστῡμμένων , καταστύφω astringe perf part mp fem gen pl κατεστῡμμένων , καταστύφω astringe perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περιερριμμένων — περϊερρῑμμένων , περί ῥίπτω throw perf part mp fem gen pl περϊερρῑμμένων , περί ῥίπτω throw perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προανατετριμμένων — προανατετρῑμμένων , πρό ἀνατρίβω rub perf part mp fem gen pl προανατετρῑμμένων , πρό ἀνατρίβω rub perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσερριμμένων — προσερρῑμμένων , προσρίπτω throw to perf part mp fem gen pl προσερρῑμμένων , προσρίπτω throw to perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προστετριμμένων — προστετρῑμμένων , προστρίβω rub on perf part mp fem gen pl προστετρῑμμένων , προστρίβω rub on perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνανατετριμμένων — συνανατετρῑμμένων , σύν ἀνατρίβω rub perf part mp fem gen pl συνανατετρῑμμένων , σύν ἀνατρίβω rub perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συντετριμμένων — συντετρῑμμένων , συντρίβω rub together perf part mp fem gen pl συντετρῑμμένων , συντρίβω rub together perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.